Home   |  Στοιχεία επικοινωνίας   |  Τοποθεσίες
Safe Infusion Therapy (EL)
 
Home > Πρόληψη κινδύνου στη θεραπεία έγχυσης > Μικροβιολογική μόλυνση

Μικροβιολογική μόλυνση

Ορισμός

Η μικροβιολογική μόλυνση αναφέρεται σε ακούσια ή ατυχηματική εισαγωγή μολυσματικού υλικού όπως βακτηρίων, ζυμομυκήτων, μούχλας, μυκήτων, ιών, πραϊόντων, πρωτόζωων ή των τοξινών τους και τα παραπροϊόντων τους.[1,2]

«Μια νοσοκομειακή λοίμωξη ορίζεται ως:
Μια λοίμωξη που παρουσιάζεται σε έναν ασθενή στο νοσοκομείο ή άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα, η οποία δεν ήταν παρούσα ή σε επώαση κατά τη στιγμή της εισαγωγής. Περιλαμβάνονται και λοιμώξεις που αποκτώνται στο νοσοκομείο αλλά εμφανίζονται μετά την έξοδο και επίσης επαγγελματικές λοιμώξεις μεταξύ του προσωπικού του ιδρύματος.» 3

Τύποι μικροβιολογικών παθογόνων
Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα μικροβιολογικών παθογόνων, που μπορούν να προκαλέσουν μόλυνση και επομένως λοιμώξεις. Εντός αυτών των ομάδων, υπάρχουν αρκετοί διαφορετικοί τύποι παθογόνων:

1. Βακτήρια: είναι μικροοργανισμοί με μέγεθος έως και 5 µm και αντιπροσωπεύουν την πιο σημαντική ομάδα παθογόνων, όταν συζητάμε τη μικροβιολογική μόλυνση. Ανάλογα με τη σύσταση των κυτταρικών τοιχωμάτων τους, τα βακτήρια μπορούν να
διακρίνονται σε θετικά κατά Gram και αρνητικά κατά Gram βακτήρια (βλ. Εικόνα 1, βακτήρια μηνιγγιοκόκκου).

Τα βακτήρια διακρίνονται περαιτέρω σε:
1.1 «Συμβιωτικά» βακτήρια: ανήκουν στη φυσιολογική χλωρίδα των υγιών ανθρώπων. Αυτά είναι συνήθως αβλαβή για τους υγιείς ανθρώπους ή ακόμα έχουν σημαντικό προστατευτικό ρόλο, καθώς αποτρέπουν τον αποικισμό από παθογόνους μικροοργανισμούς. Μερικά συμβιωτικά βακτήρια μπορεί, ωστόσο, να προκαλέσουν λοίμωξη, εάν ο φυσικός ξενιστής είναι εξασθενημένος ή εάν βρεθούν εντός του ιστού του ξενιστή.

1.2 Παθογόνα βακτήρια: έχουν μεγαλύτερη λοιμογόνο δράση και προκαλούν λοιμώξεις ανεξάρτητα από την κατάσταση του ξενιστή.

2. Ιοί: υποκυτταρικά βιολογικά είδη με μέγεθος 20-200 nm. Μπορεί να έχουν ή όχι εξωτερικό φάκελο (κέλυφος που προέρχεται από μεμβράνες ξενιστή που καλύπτουν τον ιό) και μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές λοιμώξεις (βλ. Εικόνα 2, Ιός HI).

3. Πραϊόντα: μολυσματικά πρωτεϊνικά σωματίδια. Με μέγεθος κάτω από 5 nm, είναι τα μικρότερα παθογόνα.

Τόσο τα πραϊόντα όσο και οι ιοί είναι σωματίδια χωρίς δικό τους μεταβολισμό και επομένως δεν θεωρούνται ως ζωντανοί οργανισμοί. Για την αναπαραγωγή τους, εξαρτώνται από τον μεταβολισμό ενός οργανισμού-ξενιστή.

4. Οι μύκητες, οι ζυμομύκητες και τα πρωτόζωα με διάμετρο έως και 200 µm αποτελούν τρεις περαιτέρω ομάδες πηγών λοίμωξης.3 Ένα μυκήλιο, το φυτικό μέρος ενός μύκητα, απεικονίζεται στην Εικόνα 3, Penicillium digitatum (πράσινη μούχλα).

Τοξικά παραπροϊόντα μικροοργανισμών

Ενδοτοξίνη:
Το πιο κοινό παράδειγμα ενδοτοξινών είναι τα λιποπολυσακχαρίδια (LPS) που απαντώνται στην εξωτερική μεμβράνη της ομάδας των αρνητικών κατά Gram βακτηρίων. Εάν αυτή η μεμβράνη εκφυλιστεί, π.χ. μετά τον θάνατο του βακτηρίου, απελευθερώνονται LPS. Τα LPS είναι θερμοσταθερά και προκαλούν σοβαρό πυρετό, ρίγη, σήψη και μη αναστρέψιμο σοκ.

Εξωτοξίνη:
Οι εξωτοξίνες είναι τοξικές ουσίες, που απεκκρίνονται ενεργά ή απελευθερώνονται από έναν μικροοργανισμό, όπως βακτήρια, μύκητες, φύκη και πρωτόζωα. Μπορούν να προκαλέσουν μείζονα βλάβη στον ξενιστή καταστρέφοντας τα κύτταρα ή διαταράσσοντας τον φυσιολογικό μεταβολισμό, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις καταστρέφονται από τη θερμότητα. Για παράδειγμα, το κλωστρίδιο του τετάνου (Clostridium tetani) παράγει την τετανοσπασμίνη που οδηγεί στα συμπτώματα του τετάνου. Το δονάκιο της χολέρας (Vibrio cholerae) παράγει τη χολερατοξίνη και οδηγεί στα συμπτώματα της χολέρας.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, ένα μόνο βακτήριο δεν θα προκαλέσει βλάβη. Ωστόσο, ακόμα και ένα βακτήριο μπορεί γρήγορα να πολλαπλασιαστεί σε εκατομμύρια: Υπό βέλτιστες συνθήκες, βακτήρια όπως τα κολοβακτηρίδια (Escherichia coli) μπορούν να διπλασιάσουν τον πληθυσμό τους κάθε 20 λεπτά.

Χρόνος Ποσότητα Escherichea coli
20 λεπτά 2
40 λεπτά 4
1 ώρα 8
2 ώρες 64
3 ώρες 512
4 ώρες 4.096
5 ώρες 32.768
6 ώρες 262.144
6 ώρες 40 λεπτά 1.048.576

 «Οι νοσοκομειακές λοιμώξεις είναι ευρέως διαδεδομένες. Συμβάλλουν σημαντικά στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα. Θα γίνονται ένα ολοένα και πιο σημαντικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία με αυξημένη οικονομική επίπτωση και επίπτωση στον άνθρωπο λόγω:

  • της αύξησης του αριθμού και του συνωστισμού των ανθρώπων
  • της αύξησης της συχνότητας μειωμένης ανοσίας
    (ηλικία, νόσος και θεραπείες)
  • νέων μικροοργανισμών
  • αυξημένης βακτηριακής ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά» 5

Ορισμός αιματογενούς λοίμωξης που σχετίζεται με καθετήρα (CR-BSI)
Ο ορισμός της CR-BSI βοηθά στην απόφαση σχετικά με το εάν ένας καθετήρας είναι η κύρια αιτία βακτηριαιμίας σε έναν ασθενή. Περιλαμβάνουν λοιμώξεις θέσης εξόδου ή σήραγγας και ορίζονται ως:

  • Ερύθημα ή σκλήρυνση εντός 2 cm από τη θέση εξόδου του καθετήρα, απουσία ταυτόχρονης αιματογενούς λοίμωξης και χωρίς ταυτόχρονο εμπύημα
  • Για λοιμώξεις σήραγγας, η παρουσία ευαισθησίας, ερυθήματος ή τοπικής σκλήρυνσης σε απόσταση >2 cm από τη θέση του καθετήρα κατά μήκος της υποδόριας οδού ενός καθετήρα με σήραγγα απουσία ταυτόχρονης αιματογενούς λοίμωξης.7

Η μικροβιολογική μόλυνση είναι πιο επικίνδυνη για τους ασθενείς, όταν επηρεάζει την παρεντερική θεραπεία και τους ενδοφλέβιους καθετήρες που χρησιμοποιούνται. Σε αυτή την περίπτωση, τα παθογόνα μπορούν να φτάσουν απευθείας στη συστηματική κυκλοφορία και να προκαλέσουν αιματογενή λοίμωξη που σχετίζεται με καθετήρα
(CR-BSI) ή να ταξιδέψουν σε διάφορα όργανα και να επάγουν οργανική ανεπάρκεια.

Επομένως, η πρόληψη της αιματογενούς λοίμωξης που σχετίζεται με καθετήρα είναι κρίσιμης σημασίας. Στα μέσα της δεκαετίας του '90, τα Κέντρα για Έλεγχο Ασθενειών και Πρόληψη (CDC) των ΗΠΑ δημοσίευσαν έναν τυπικό ορισμό για τις αιματογενείς λοιμώξεις που σχετίζονται με καθετήρα (CR-BSI), που είναι ο ευρύτερα αποδεκτός ορισμός για τις αιματογενείς λοιμώξεις που σχετίζονται με καθετήρα. 6

Οι βακτηριακές λοιμώξεις μπορούν να αντιμετωπιστούν κυρίως με αντιβιοτικά φάρμακα. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο ή ακόμα και αδύνατο, διότι τα βακτήρια έχουν γίνει ανθεκτικά σε πολλά φάρμακα (πολυανθεκτικά). Επίσης, δεν υπάρχουν διαθέσιμα αποτελεσματικά φάρμακα κατά των περισσότερων ιών και όλων των νόσων από πραϊόντα. Επομένως, η πρόληψη τέτοιων λοιμώξεων είναι κρίσιμης σημασίας.

Συχνότητα εμφάνισης και επιπολασμός MRSA
Η λοίμωξη από ανθεκτικό στη μεθικιλλίνη χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο (MRSA) αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για την υγεία παγκοσμίως. Ως MRSA θεωρείται οποιοδήποτε στέλεχος χρυσίζοντα σταφυλόκοκκου που έχει αναπτύξει αντίσταση σε βήτα-λακταμικά αντιβιοτικά, τα οποία περιλαμβάνουν τις πενικιλλίνες (μεθικιλλίνη, δικλοξακιλλίνη, ναφκιλλίνη, οξακιλλίνη) και τις κεφαλοσπορίνες.

Σύμφωνα με τα Κέντρα για Έλεγχο Ασθενειών και Πρόληψη (CDC) των ΗΠΑ, ο MRSA προκαλεί τρεχόντως περίπου το 1% όλων των σταφυλοκοκκικών λοιμώξεων και πάνω από το 50% των σταφυλοκοκκικών λοιμώξεων που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη. Μετά από τον επιδερμικό σταφυλόκοκκο (Staphylococcus epidermidis), ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος (Staphylococcus aureus) είναι το δεύτερο συχνότερο παθογόνο που προκαλεί λοιμώξεις που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη στις Ηνωμένες Πολιτείες, και το 49% των λοιμώξεων που προκαλούνται από πολύ ανθεκτικά στα αντιβιοτικά βακτήρια (MRSA).

Ένα στέλεχος που λέγεται USA100 είναι ο συχνότερος τύπος MRSA που ενέχεται σε λοιμώξεις που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη στα νοσοκομεία στις Ηνωμένες Πολιτείες.8 Ο MRSA προκαλεί ιδιαίτερα προβλήματα σε νοσοκομεία και κλινικές, όπου οι ασθενείς με ανοιχτά τραύματα, επεμβατικές συσκευές και εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη επικινδυνότητα για λοίμωξη από τον γενικό πληθυσμό. Κάθε χρόνο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, πάνω από 290.000 νοσηλευόμενοι ασθενείς μολύνονται με χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο. Από αυτές τις σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις, 126.000 σχετίζονται με MRSA.9

Ορισμός πολυανθεκτικών βακτηρίων
Η πολυανθεκτικότητα είναι μια κατάσταση που επιτρέπει σε έναν νοσογόνο οργανισμό να αντιστέκεται σε διαφορετικά φάρμακα ή χημικές ουσίες μεγάλης ποικιλίας δομών και λειτουργιών που στοχεύουν στην εξάλειψη του οργανισμού.10
Σημαντικοί πολυανθεκτικοί οργανισμοί είναι οι εξής:

  • Ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη χρυσίζων σταφυλόκοκκος (MRSA)
  • Ανθεκτικός στη βανκομυκίνη εντερόκοκκος (VRE)
  • Αρνητικά κατά Gram βακτήρια που παράγουν β-λακταμάσες εκτεταμένου φάσματος (ESBL)
  • Αρνητικά κατά Gram βακτήρια που παράγουν Klebsiella pneumoniae καρβαπενεμάση (KPC)
  • Ανθεκτικό στην ιμιπενέμη Acinetobacter baumannii
  • Ανθεκτική στην ιμιπενέμη Pseudomonas aeruginosa
  • Πολυανθεκτικό μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης (MDR-TB) και εξαιρετικά ανθεκτικό στα φάρμακα μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης (XDR-TB)

Βιβλιογραφία:

Με αυτόν τον εξωτερικό σύνδεσμο θα εγκαταλείψετε τον παρόντα δικτυακό τόπο. Η B. Braun δεν είναι κάτοχος ούτε έχει τον έλεγχο του περιεχομένου ή του δικτυακού τόπου που πρόκειται να ανοίξετε.

1Gabriel J. 2008
2 Dougherty L.  2006
3World Health Organization 2002
4 Schmidt 2003
5 Ducel G, Beraud C, Benassouli 1995
6 O‘Grady NP, Alexander M, Dellinger EP, Gerberding JL, Heard SO, Maki DG, Masur H, McCormick RD, Mermel LA, Pearson ML, Raad II, Randolph A, Weinstein RA. 2002
7European Centre for Disease Prevention and Control.Prevalence of MRSA in Europe 2008
8Hidron AI, Edwards JR, Patel J, Horan TC, Sievert DM, PollockDA, Fridkin SK. 2006–2007
9Centers for Disease Control and Prevention (CDC)
10 Hebert C, Weber SG 2011

Για να διαβάσετε την περίληψη, μεταβείτε στη σελίδα της βιβλιογραφίας.

Not all products are registered and approved for sale in all countries or regions. Indications of use may also vary by country and region. Product images are for reference only. Please contact your country representative for product availability and information.